απιστώ

απιστώ
(ε) μετ.
1) быть неверующим; отрекаться от веры; 2) не верить (кому-л.), сомневаться (в ком-чём-л.); 3) не доверять, подозревать; 4) быть неверным, изменять (кому-л.); обманывать (кого-л.)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "απιστώ" в других словарях:

  • απιστώ — (AM ἀπιστῶ, έω) 1. δεν πιστεύω στον θεό 2. δείχνομαι άπιστος, απειθώ σε κάποιον, παρακούω 3. προδίδω νεοελλ. αποσκιρτώ, αυτομολώ μσν. νεοελλ. 1. προδίδω τη συζυγική ή ερωτική πίστη 2. προδίδω τη θρησκευτική μου πίστη, αλλαξοπιστώ μσν. επαναστατώ… …   Dictionary of Greek

  • απιστώ — απίστησα 1. δυσπιστώ: Απιστούσε σ ό,τι του έλεγα. 2. δεν πιστεύω στο χριστιανισμό: Απιστούσε σε πολλές χριστιανικές διδασκαλίες. 3. δεν κρατώ τις υποσχέσεις μου, είμαι ανειλικρινής: Απίστησε στις συμφωνίες που είχε κάνει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀπιστῶ — ἀφίστημι put away pres subj act 1st sg (attic epic doric ionic aeolic parad form prose) ἀπιστέω to be pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἀπιστέω to be pres ind act 1st sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπιστῷ — ἀπό ἱστάω pres opt act 3rd sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπίστῳ — ἄπιστος not to be trusted masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπίστωι — ἀπίστῳ , ἄπιστος not to be trusted masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • невѣровати — НЕВѢР|ОВАТИ (37), ОУЮ, ОУѤТЬ гл. Не верить; сомневаться: си же въ •л҃• лѣ(т) пока˫авъшиихъсѧ. о нечистотѣ юже невѣжьствъмь съдѣ˫аша. не подобаѥть невѣровати намъ. (ἀμφιβολλειν) КЕ XII, 181б; аще межю двѣма нѣкыма будеть потѧзаниѥ. за нѣкоѥ имѣниѥ …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • невѣрьныи — (227) пр. 1. Недостоверный, сомнительный; ошибочный: и се не акы невѣрьно. нъ а||кы извѣсто паче полагаю Изб 1076, 247–247 об.; понѥже съподоби братъ и съслѹжьникъ нашь алупии невѣрьномъ быти канономъ. (ἀμφιβόλους) КЕ XII, 110б; си˫а же не все по …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • ATHMONUM — pars Cecropis tribûs. Steph. Erat ibi Templum Veneris Uraniae, exstructum a Rege Porphyrione, qui ante Atticum his locis regnaverat, item Templum Dianae Amarysiae, cuius in honorem festum cognomine celebrabatur Athenis. Hinc Α᾿θμονεὺς, demô seu… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • διαπιστώ — (I) διαπιστῶ ( έω) (AM) [απιστώ] 1. δυσπιστώ εντελώς 2. μέσ. δεν εμπιστεύομαι τον εαυτό μου. (II) βλ. διαπιστώνω …   Dictionary of Greek

  • ενθυμούμαι — (AM ἐνθυμοῡμαι, έομαι και ἐνθυμίζομαι) έχω ή διατηρώ κάτι στην ψυχή μου, στη σκέψη μου, στη μνήμη μου, σκέπτομαι, σταθμίζω με τον νου, αναλογίζομαι, συλλογίζομαι («καὶ οἱ αὐτοὶ ἤτοι κρίνομέν γε ἤ ἐνθυμούμεθα ὀρθῶς τὰ πράγματα», Θουκ.) νεοελλ. μσν …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»